Στο Μπέλφαστ, μια πόλη που αιμορραγούσε για τρεις δεκαετίες από τις Ταραχές (The Troubles) προσπαθώντας να λύσει με βόμβες και σφαίρες το γρίφο του σε ποιον ακριβώς ανήκει αυτός ο τόπος, το πρόσφατο υποκινούμενο από την ακροδεξιά ρατσιστικό πογκρόμ σε βάρος φιλήσυχων οικογενειών μεταναστών, εκτός από τραγικό, αναδεικνύει μια ζοφερή, σχεδόν σουρεαλιστική υποκρισία. Σε ένα μέρος όπου ο ταυτοτικός διχασμός είναι κυριολεκτικά χτισμένος στο τοπίο, το νέο κοινό έδαφος δεν χτίστηκε πάνω στην ειρήνη, αλλά στον ακροδεξιό ηθικό πανικό και το μίσος για τον "ξένο". Όπου ο “ξένος” στη διχασμένη Βόρεια Ιρλανδία είναι πολύ σχετικό.
Ειλικρινά προσπαθώ να καταλάβω τη λογική πίσω από τη σύρραξη. Μπορώ να καταλάβω τη δημοσιότητα που έλαβε (εργαλειοποιήθηκε κανονικά από τον παγκόσμιο ακροδεξιό βόθρο με πρωτεργάτη τον αρχιερέα του χώρου Elon Musk) όμως πραγματικά αδυνατώ να καταλάβω με ποια λογική άνθρωποι που μέχρι πρότινος σκοτώνονταν με συμπατριώτες τους για ένα γαμημένο θρήσκευμα, θεωρούν ότι οι μεμονωμένες εγκληματικές πράξεις μεταναστών αποτελούν για κάποιο λόγο... υπαρξιακή απειλή για τη χώρα. Η επίθεση με μαχαίρι του 30χρονου Σουδανού αιτητή ασύλου σε βάρος ενός ντόπιου είναι μεν φρικτή και καταδικαστέα όπως όλα τα εγκλήματα, όμως μιλάμε για μια πόλη με γαμημένα οδοφράγματα και γειτονιές που θυμίζουν εμπόλεμες ζώνες - τις καλές μέρες.
Με αφορμή λοιπόν ένα βίαιο έγκλημα, που δεν διαφέρει από την καθημερινότητα του Μπέλφαστ, είδαμε εικόνες βγαλμένες από τη Γερμανία του ΄39 ή την Κωνσταντινούπολη του ‘55. Κουκουλοφόροι να βάζουν φωτιά σε σπίτια, αυτοκίνητα και λεωφορεία, να εισβάλλουν σε σπίτια και να πετάνε οικογένειες με μικρά παιδιά στους δρόμους. Επιθέσεις σε επιχειρήσεις που ανήκουν σε μετανάστες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα μαγαζιά μεταναστών στην (παραδοσιακά Ενωτική/Loyalist) περιοχή Sandy Row, τα οποία κατέβασαν ρολά υπό τον φόβο των λιντσαρισμάτων. Συνθήματα όπως "Έξω οι ξένοι" και "Θέλουμε τη χώρα μας πίσω", με τους μετανάστες να φυγαδεύονται ακόμα και από τις πίσω πόρτες των φλεγόμενων σπιτιών τους.
Για να κατανοήσετε το μέγεθος της υποκρισίας και του παραλογισμού πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής το 1998, η Βόρεια Ιρλανδία βρισκόταν σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου, γνωστού ως "The Troubles". Ο διαχωρισμός ήταν ταυτοτικός, θρησκευτικός και εθνικός: Οι Εθνικιστές / Δημοκρατικοί (κυρίως Καθολικοί) ήθελαν την απόσχιση από το Ηνωμένο Βασίλειο και την ένωση με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και οι Ενωτικοί / Νομιμόφρονες (κυρίως Προτεστάντες) ήθελαν την παραμονή της Βόρειας Ιρλανδίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτή η σύγκρουση άφησε πίσω της πάνω από 3.500 νεκρούς, τρομοκρατικές επιθέσεις από τον IRA και παραστρατιωτικές οργανώσεις των Προτεσταντών, και μια κοινωνία τόσο βαθιά διχασμένη που, μέχρι και σήμερα, γειτονιές στο Μπέλφαστ χωρίζονται από τεράστια τσιμεντένια τείχη (με το οξύμωρο όνομα Peace Walls) για να μην σκοτώνονται οι κάτοικοι μεταξύ τους.
Μπορεί το Μπέλφαστ του 2026 να μην είναι πια το πεδίο ιδεολογικής μάχης που ήταν στις δεκαετίες του '70 και του '80 όμως εξακολουθεί να απέχει από τον ρομαντισμό των επαναστατικών τραγουδιών. Οι βόμβες για την ανεξαρτησία ή την πίστη στο Βρετανικό Στέμμα έχουν -σε πολιτικό επίπεδο- σιγήσει όμως, το κενό που άφησε η "ειρήνη" καλύφθηκε από κάτι πολύ πιο πεζό και εξίσου αδυσώπητο: το καθαρόαιμο, οργανωμένο έγκλημα. Οι παραστρατιωτικές οργανώσεις (όπως η Προτεσταντική UVF/UDA και τα υπολείμματα του Καθολικού IRA/INLA) δεν παρέδωσαν ποτέ τον έλεγχο των περιοχών τους μετά τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής το 1998. Απλώς άλλαξαν επιχειρηματικό μοντέλο.
Σήμερα, η Αστυνομία (PSNI) υπολογίζει ότι περίπου το 32% του οργανωμένου εγκλήματος συνδέεται άμεσα με αυτές τις ομάδες. Αυτοί που κάποτε εκτελούσαν τους εμπόρους ναρκωτικών ως "προδότες της κοινότητας", σήμερα ελέγχουν τη διακίνηση. Παγιδεύουν ευάλωτες, φτωχές οικογένειες στα χρέη. Υπάρχουν αναφορές για μέλη συμμοριών που στήνουν καρτέρι ακόμα και έξω από τράπεζες τροφίμων (food banks) για να βρουν απελπισμένα θύματα. Όταν οι γονείς δεν μπορούν να πληρώσουν, οι παραστρατιωτικοί "απαιτούν" από τα παιδιά τους να ξεπληρώσουν το χρέος δουλεύοντας ως βαποράκια. Το κράτος στις "ζόρικες" γειτονιές είναι συχνά ανίσχυρο απέναντι στον διεστραμμένο νόμο των συμμοριών, οι οποίες επιβάλλουν τη δική τους, βίαιη πραγματικότητα, κυρίως απέναντι στους λεγόμενους "Hoods" (παραβατική νεολαία, συνδεδεμένη με μικροκλοπές, joyriding και street drugs). Ο πυροβολισμός στα γόνατα ή στα άκρα παραμένει η "υπογραφή" των παραστρατιωτικών απέναντι σε όσους παραβιάζουν τους κανόνες τους ή πουλάνε ναρκωτικά χωρίς άδεια. Οι ξυλοδαρμοί με ρόπαλα και σφυριά είναι καθημερινότητα. Εκατοντάδες άνθρωποι κάθε χρόνο αναγκάζονται να ζητήσουν από το κράτος άμεση μετεγκατάσταση (rehoused) και εγκαταλείπουν τις γειτονιές τους, επειδή δέχτηκαν "μια προειδοποιητική επίσκεψη στην πόρτα τους" από τους τοπικούς πολέμαρχους. Δείτε την εφιαλτικά ρεαλιστική και ζοφερή αστυνομική σειρά Blue Lights (βασικά το The Wire στο Μπέλφαστ) -την προβάλλει συχνά-πυκνά το ΡΙΚ- για να πάρετε μια εικόνα του πως πραγματικά είναι η Βόρεια Ιρλανδία που “κινδυνεύει από τη βία των μεταναστών”.
Οι γειτονιές που είδαμε να φλέγονται τώρα στα αντιμεταναστευτικά πογκρόμ δεν είναι καθόλου τυχαίες - μιλάμε για περιοχές της εργατικής τάξης που παραμένουν σε καθεστώς άτυπης ομηρίας. Περιοχές όπως η Προτεσταντική Shankill Road και η Καθολική Falls Road στο Δυτικό Μπέλφαστ, καθώς και το East Belfast, λειτουργούν πρακτικά ως φέουδα. Τα τεράστια, επιβλητικά murals (τοιχογραφίες) με τους ένοπλους κουκουλοφόρους κρατούν μεν ζωντανό τον ιδεολογικό μύθο, αλλά η πρακτική τους λειτουργία είναι πολύ πιο κυνική: υπενθυμίζουν στους κατοίκους ποιος κάνει πραγματικά κουμάντο. Η φτώχεια και η έλλειψη προοπτικών είναι το ιδανικό θερμοκήπιο για να στρατολογούνται έφηβοι στις συμμορίες με αντάλλαγμα λίγο status στη γειτονιά.
Αν και στατιστικά, η πολιτική βία είναι σε ιστορικό χαμηλό (τη διετία 2024-2025, καταγράφηκαν μηδενικοί θάνατοι με αμιγώς πολιτικό/εθνικιστικό κίνητρο, το χαμηλότερο νούμερο από το 1969) η ειρήνη δεν έφερε ποτέ συνύπαρξη και ο κοινωνικός διαχωρισμός παραμένει απόλυτος. Περισσότερα από 100 τεράστια τείχη από τούβλα και λαμαρίνες συνεχίζουν να διαχωρίζουν τις Καθολικές από τις Προτεσταντικές γειτονιές, σαν μνημεία μιας απόλυτα αποτυχημένης συμβίωσης - κάποιες πύλες ανάμεσά τους, μάλιστα, κλειδώνουν τα βράδια για να αποφευχθούν οι συγκρούσεις. Ο σεχταρισμός είναι ενσωματωμένος στην κοινωνία: διαφορετικά σχολεία, διαφορετικές παμπ, διαφορετικές περιοχές. Το Μπέλφαστ είναι μια πόλη όπου οι συμμορίες ελέγχουν τους δρόμους εκμεταλλευόμενες το αφήγημα του "πατριωτισμού" για να καλύψουν το εμπόριο ναρκωτικών. Οι ίδιοι μηχανισμοί που κρατούν την πόλη διχασμένη με τείχη και τρομοκρατούν τον δικό τους κόσμο με σφαίρες στα γόνατα, είναι αυτοί που τώρα καθοδηγούν τους πιτσιρικάδες να καίνε τα σπίτια των Σουδανών και των Σύρων προσφύγων με τη δικαιολογία ότι "κινδυνεύει η χώρα". Βασικά φανταστείτε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους το ΄63 να αφήνουν για λίγο τα οδοφράγματα και να επιτίθενται σε ξένους και μετανάστες γιατί... “κινδυνεύει η χώρα και ο πολιτισμός μας”. Φυσικά και βγάζει νόημα.
Κλείνοντας, δεν γίνεται να μην υπογραμμιστεί η συλλογική ιστορική αμνησία των Ιρλανδών που προσομοιάζει πολύ με εκείνη των Κυπρίων. Η Ιρλανδία είναι συνώνυμη της μετανάστευσης, ένας τόπος που άδειασε κατά τον Μεγάλο Λιμό, στέλνοντας εκατομμύρια απελπισμένους ανθρώπους σε καράβια-φέρετρα προς Αμερική και Βρετανία. Οι Ιρλανδοί μετανάστες του 19ου και 20ού αιώνα βίωσαν στο πετσί τους τον πιο ωμό, δομικό ρατσισμό ένθεν κι ένθεν του Ατλαντικού: στις ΗΠΑ το διαβόητο No Irish Need Apply σε όλες σχεδόν τις αγγελίες εργασίας και οι πινακίδες No Irish, No Blacks, No Dogs στις βρετανικές παμπ, είναι κομμάτι του εθνικού τους τραύματος. Το να βλέπεις σήμερα τους απογόνους του πλέον κυνηγημένου, μεταναστευτικού λαού της Ευρώπης να πυρπολούν σπίτια, μαγαζιά και αυτοκίνητα μεταναστών και να κυνηγούν γυναικόπαιδα στους δρόμους, συνιστά την απόλυτη προσβολή στην ίδια τους την ιστορία.
Θα μου πείτε, εδώ εμείς με το 1/3 του τότε πληθυσμού προσφυγοποιημένο, αναδείξαμε την ακροδεξιά τρίτη πολιτική δύναμη με μοναδικό προσόν την αντιμεταναστευτική ρητορική. Κατά τ’ άλλα έχουμε τους δικούς μας μπετόστοκους να φωνάζουν “οι Ιρλανδοί πήραν πίσω τη χώρα τους, εμείς πότε;”. Άλλωστε δεν τους βοηθάει και πολύ ώστε να αντιληφθούν την πικρή ειρωνεία του “ποιας χώρας ακριβώς;”